Βρισκόμουν σε έναν άλλο κόσμο. Διάφοροι άνθρωποι, πόλεις, τοπία, ζώα και μια ποικιλία χρωμάτων και γραμμών περνούσαν δίπλα μου. Ξέχασα ότι υπάρχει το ποδόσφαιρο με μικρά γκολ, οι φίλοι μου λερωμένοι με μαρμελάδα, η ζώνη του πατέρα... Ξέχασα και το εκείνο, το συγγενή μου και την κοπέλα του. Τότε βρήκα ένα μεγάλο πίνακα ενός γέρου. Ήταν όλος με σκούρες αποχρώσεις  και από αυτόν κοιτούσαν πραγματικά μάτια. Να τρομάξεις, να μην το πιστέψεις. Τα μάτια του γέρου ήταν ζωντανά και με κοίταγαν θλιβερά. (Ίσως γιατί ήμουν πολύ μικρότερος.) Μέσα τους είδα τη λάμψη. Εμένα όμως, μου φαινόταν σαν να θέλει να κλάψει, και γι’αυτό άσκοπα προσπαθούσα να τεντωθώ και να σβήσω τα δάκρυά του.

      Εκείνη τη στιγμή ήρθε τρέχοντας η χαρούμενη ξεναγός, κάθισε κοντά μου και άρχισε να με αγκαλιάζει. (Αν ήταν η κοπέλα μου, δε θα της επέτρεπα να αγκαλιάζει κάποιον άλλον.) Μου φαίνεται πως τα μαλλιά της είχαν μυρωδιά της φλαμουριάς. Δείχνω τον πίνακα με το δάχτυλο μου και λέω: Αυτός ο άνθρωπος ..., και αυτή με πήρε από το απλωμένο χέρι σαν να μη με ακούει, με πήγε στον συγγενή μου και έτρεξε κάπου. Τραγουδούσε.

  Να τα, εκείνα τα μάτια με προσέλκυσαν στη ζωγραφική. Όταν μεγάλωσα, άρχισα να γυρίζω τις πινακοθήκες και εγκαίνια των εκθέσεων. Όπου και να πάω, συνήθως προτιμώ πρώτα να επισκεφτώ πινακοθήκες και μουσεία. Ίσως ψάχνοντας την όμορφη ξεναγό, ζωντανά μάτια ή κάποιο δικό μου πίνακα. Και τότε γνωρίζω έναν ζωγράφο, νομάδα. Στην σκηνή βλέπω μια εικόνα με περίεργο τοπίο. Μου λέει ότι ήρθαν από κεί και ότι πάντα πριν την αναχώρησή τους ζωγράφιζε το τοπίο που έβλεπε από την σκηνή του  και έτσι το μεταφέρει μαζί του μέχρι την επόμενη στάση κι εκεί το κοιτάζει, έτσι του φαίνεται ότι δεν μετακόμισε ποτέ – ζει ακόμα στο μέρος που ήταν και πριν. Σαν να μην έχει ζήσει ποτέ εκεί που βρισκόταν! Μετά σε αυτό το τοπίο κάνει επίστρωση με άλλο και έτσι απεραντοσύνη. Οι αναμνήσεις παραμένουν στα στρώματα χρωμάτων. Ο πίνακας είναι απάτη! Και ποτέ ξανά δεν πήγα στην πινακοθήκη, γιατί ο πίνακας δεν είναι αυτό που είναι.

     Τότε μας επισκέπτονταν ή μόλις άρχισαν, ή ίσως μόνο συνεχίστηκαν οι πόλεμοι οι οποίοι εδώ, δυστυχώς, είναι συχνότεροι και πιο συνηθισμένοι από ωραία γεγονότα. Ήμουν απογοητευμένος και άβουλος και μάλλον για να μου ξεφύγουν αυτά τουλάχιστον προσωρινά, ένας φίλος μου, σχεδόν με τη βία με πήγε στα εγκαίνια μιας έκθεσης πινάκων. Εκεί είχε πραγματικά πολύ κόσμο, πιθανώς ο κόσμος επιθύμησε πολύ ωραία πράγματα. Ο άνθρωπος που ανοίγει την έκθεση, ανεπαρκώς κοντά στο μικρόφωνο και κοντά στον ζωγράφο, αρχίζει έτσι:

 

 

Nikola Brkanović

Ο πίνακας

    Εγώ δεν ξέρω σχεδόν τίποτα περί της ζωγραφικής. Αυτό ίσως θυμίζει με εκείνη την περίφημη δήλωση του Σωκράτη για τις ανθρώπινες γνώσεις, αλλά πραγματικά μου συμβαίνει κάποιος πίνακας να με αγγίζει, να αμφισβητεί αυτά που ήξερα ή αυτά που νόμιζα πως ξέρω, να με αφήσει με το στόμα ανοιχτό, χωρίς λέξη, να θολώσει τις γνώσεις μου και την κρίση μου και να παραμείνουν μόνο ξερά στοιχεία

για ζωγράφους, κατευθύνσεις και πίνακες, μα αυτό είναι φτωχή, μικρούτσικη και ξηρή  εγκυκλοπαίδεια η οποία δεν έχει νόημα πολύ γιατί δεν έχει αισθήματα, ούτε κάτι νέο, ούτε κάτι συγκινητικό.

     Την πρώτη φορά ήμουν στην πινακοθήκη λίγο πριν την έγγραφή μου στο σχολείο. Δηλαδή, ήμουν κάπου εφτά χρονών. Οι γονείς μου έπρεπε να φύγουν και με φρόντιζε ένας συγγενής μου. Εκείνος ήταν φοιτητής. Είχε λίγο κυματιστά μαλλιά (τότε τα μακριά μαλλιά άρχιζαν να γίνονται της μόδας) και λίγο πυκνότερα φρύδια, φορούσε πολύχρωμα πουκάμισα για τα οποία ο πατέρας μου έλεγε πως είναι γυναικεία. Παρόλα αυτά, ήθελα να του μοιάζω όταν μεγαλώσω. Και  ο ίδιος με πήγε σε μια πινακοθήκη ή  ένα μουσείο, δεν θυμάμαι ακριβώς, κι εκεί - μια νέα και όμορφη κοπέλα, μάλλον ξεναγός μουσείου ή κάτι τέτοιο. Τότε, ήταν της μόδας οι πολύ κοντές φούστες. Μπορεί να είναι περίεργο γιατί ήμουν μικρός, αλλά μου άρεσαν πάρα πολύ

και μου τραβούσαν το βλέμμα. Αυτό προκαλούσε στο μυαλό μου και κάπου στην κοιλιά μου είχα ένα πολύ περίεργο αίσθημα και ανησυχία την οποία την κατάλαβα τελικά αργότερα.

 

     Η κοπέλα γυρίζει κοντά στο συγγενή μου και συνέχεια χαμογελά και εμένα μου χαϊδεύει τα μαλλιά, τσιμπάει τα μάγουλά μου, και μου δίνει κομματάκια σοκολάτας στο χαρτί.  Σε μια στιγμή, σχεδόν ομόφωνα, είπαν :

     - Εσύ να κοιτάς τους πίνακες αυτούς. Εμείς πάμε στο γραφείο.

      Σύντομα θα γυρίσουμε.

 

Ξαφνικά έμεινα μόνος μου στον τεράστιο χώρο. Τα δυνατά βήματά τους ηχούσαν ακόμα στο μυαλό μου, αν κι αυτοί οι δυο ήταν ήδη στο γραφείο. Είχα μια προαίσθηση ότι αυτό ήταν εκείνο,  παρ’ όλο που ακόμη δεν ήξερα τι είναι το εκείνο στην πραγματικότητα. Έτσι, εμένα μου έμειναν αντί του εκείνου, μόνο οι πίνακες.

 

     - Εγώ δεν ξέρω σχεδόν τίποτα για ζωγραφική .

Σιωπή. Οι άνθρωποι κοιτάζουν ο ένας τον άλλον. Σκέφτομαι: Πως τη λέει αυτός τη φράση μου; Φαίνεται ότι το σώμα του τρέμει απαλά αλλά συνεχίζει:

      - Δεν θέλω να σκεφτείτε ότι σκανδαλίζω τα εγκαίνια αυτής της έκθεσης και ότι θέλω την προσοχή σας για μένα, αλλά πρέπει κάτι να σας πω. Συνάντησα κάποτε παλιά σε μια φυλή νομαδών έναν ζωγράφο. Είχε ζήσει με νομαδικό τρόπο ζωής, αλλά δεν είχε τη νομαδική ψυχή. Αυτός πριν αλλάξει μέρος κατασκήνωσης ζωγράφιζε το τοπίο που έβλεπε από την σκηνή του, το κρεμούσε στη σκηνή, στο επόμενο μέρος όπου κατασκήνωναν κι έτσι του φαινόταν σαν να μη μετακομίζουν συνέχεια. Δημιουργούσε μια απάτη και τη διατηρούσε. Τότε πήρε κουράγιο, εγκατέλειψε τη φυλή του, έχτισε σπίτι και για πρώτη φορά ζωγράφιζε τοπία στα οποία ζούσε και από τα οποία δεν έφευγε. Ήταν ευτυχισμένος.

     Αφού οι ιστορίες με happy end είναι μακρινό παρελθόν, ξέσπασε ο πόλεμος που έδιωξε το ζωγράφο αυτόν από το μέρος όπου τελικά είχε βρεί τον εαυτό του και τα δικά του χρώματα. Οι άλλοι άνθρωποι φόρτωσαν τα βασικά τους οικιακα είδη  και δραπέτευσαν. Αυτός φόρτωσε τους πίνακες. Και – να τον μπροστά μας. Πάλι το παρελθόν είναι στους πίνακες! Τι είναι τώρα ο πίνακας; Τι είναι τώρα τα μάτια; Γι’αυτό δεν ξερω τίποτα για ζωγραφική. (Ο ομιλητής σώπασε. Κοιτάζει κάπου αόριστα μπροστά του και συνεχίζει.) Ποτέ δεν πάψαμε να είμαστε νομάδες και να ζούμε αιώνια στην περασμένη ζωή. Και αναρωτιέμαι: να πετάω προς τον πίνακα ή να απομακρύνομαι από αυτόν;

      Τσαλακώνεται κάτι στο στομάχι μου. Ο δυστυχισμένος ζωγράφος κατέβασε το κεφάλι του – μου φαίνεται ότι θα δραπέτευε. Ενα ζευγάρι δίπλα μου φιλιέται. Το πιο εύκολο είναι για εκείνους που περιμένουν ποτά. Τότε αντήχησαν χειροκροτήματα – ασυγκράτητος συνοδός όλων των ανθρώπινων συμβάντων.

 

 

Μετάφραση στα ελληνικά

Μπόγιανα Γιερέμιτς